καταβάτης


καταβάτης
κατα-βάτης, , ein Wagenkämpfer, der auch absteigt u. zu Fuße kämpft

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβάτης — καταβάτης, ὁ (Α) [καταβαίνω] 1. αυτός που κατεβαίνει από το άλογο ή την άμαξα και μάχεται πεζός («καταβάτην τε σμικράσπιδα», Πλάτ.) 2. ως επίθ. ο κατερχόμενος απότομα, ο κατηφορικός («τὸν καταβάτην ᾅδην διαβάς», Γρηγ. Ναζ.) …   Dictionary of Greek

  • καταβάτης — one who dismounts masc nom sg καταιβάτης descending in thunder and lightning masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατῶν — καταβάτης one who dismounts masc gen pl καταβατός descending fem gen pl καταβατός descending masc/neut gen pl καταιβάτης descending in thunder and lightning masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάτην — καταβάτης one who dismounts masc acc sg (attic epic ionic) καταβαίνω go aor ind act 3rd dual (epic) καταβαίνω go aor ind act 3rd dual (epic) καταιβάτης descending in thunder and lightning masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάτω — καταβάτης one who dismounts masc gen sg (attic epic ionic) καταιβάτης descending in thunder and lightning masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Elicivs — ELICIVS, i, ein Beynamen des Jupiters, unter welchem er von den Römern mit verehret wurde. Er hat denselben ab eliciendo, Varro de L. L. lib. V. c. 8. nicht aber von dem Griechischen Ἱλέω, wie wohl einige wollen, Plutarch. in Numa c. 19. und ist… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • FULMEN — in Theologie Poetica, ut et Tonitru, designatut Geryonis fabula, cui a γηρύειν, i. e. φωνεῖν, Lat. sonando, nomen. Unde quod is triceps, quod boves ei tributi, quorum in Ins. Erythia sedes; quod idem ex Chrysaore et Callirrhoe natus fingitur,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -βάτης — β συνθετικό ουσιαστικών της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. βαίνω και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αντιστρόφου Λεξικού της Νέας Ελληνικής του Γ. Κουρμούλη (σ. 753), έναντι 85… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.